Κυριακή, 7 Μαρτίου 2010

Ζυράννα των παθών και των θρύλων

Ζυράννα Ζατέλη, Το πάθος χιλιάδες φορές, Εκδόσεις Καστανιώτη

Η Ζυράννα Ζατέλη, μία από τις πλέον ιδιάζουσες και πρωτοποριακές πεζογραφικές πένες της χώρας μας, συγγραφέας με κύρος και εύσημα αλλά και με τη μοναδική αχλύ μιας μυθώδους αύρας μόνιμη συνοδό της, έρχεται με το πληθωρικό και νευρώδες μυθιστόρημα «Το πάθος χιλιάδες φορές» να συμπληρώσει το δεύτερο μέρισμα της πολυδαίδαλης τριλογίας της. Ευχές από το βάθος της καρδιάς μας οι μοίρες να χαρίζουν στη διαλεχτή τους μέρες πολλές και καλές, και να συμπληρώσει εν καιρώ το επόμενο τρίτο μέρος του απαιτητικού εγχειρήματός της.

Από τη συσσωρευμένη πείρα ζωής χιλιετηρίδων ιστορίας δεν μοιάζει να διδαχτήκαμε παρά ελάχιστα. Ο πανικός που προκαλεί η συνείδηση της θνητότητας εξωθεί τον άνθρωπο σε απεγνωσμένα εγχειρήματα. Είτε χωρίς μνημούρι, είτε θαμμένοι σε ματαιόδοξα κενοτάφια, είμαστε όλοι μας «γραμμένοι του θανάτου». Η Ζυράννα Ζατέλη κυκλοφορώντας, όπως όλοι οι βροτοί, «ανάμεσα σε πεθαμένες ζωές και σε άταφες μνήμες», όπως σημειώνει ο Κωστής Παπαγιώργης στο έξοχο δοκίμιό του «Ζώντων και τεθνεώτων», αγωνίζεται να βάλει με τον λόγο της μια ψηφίδα παραμυθίας στο ατέλειωτο μωσαϊκό των ζωντανών που στριμώχνονται εκόντες-άκοντες στο γαϊτανάκι του Χάρου. Η Ζυράννα, τρισέγγονη των ομηρικών προφητών και εγγονή των παραλογών και των μοιρολογιών του δημοτικού τραγουδιού, είναι μια χαρισματική νεκρομάντις των ημερών μας, που κυκλοφορεί επιλεκτικά ανάμεσα στο σκοτάδι και το φως και φορές φορές στέκεται σαν ένας μεταξύ τους κρίκος ασφαλείας, ένας αρραβώνας σφιχτός, ενώ τα παιδιά της, οι ήρωες της μυθοπλασίας της, με τη σειρά τους μπαινοβγαίνουν κι αυτοί με άνεση στις ατέρμονες σήραγγες που οδηγούν από τη μέρα στη νύχτα κι από την ειρκτή της Εκάτης στο χάρμα της ροδαυγής και τανάπαλιν. Οι βαριές απώλειες δεν σηκώνουν παρηγοριά. «Τα δάκρυα μόνο με δάκρυα ξεπλένονται». Η Ζυράννα έχει αποθηκεύσει στα βαθύτερα σεντούκια της ψυχής της πένθη ισόβια, που ούτε τα σκούρα φορέματα τα κάνουν ζάφτι, ούτε και οι καθημερινές οιμωγές τα οδηγούν στον καθαρμό. Η Ζυράννα δεν θα ξεπενθήσει ποτέ. Τα μνημόσυνα που στήνει για τους νεκρούς της και τους νεκρούς μας χρωματίζονται -τονίζοντας την εικαστική αποτύπωση του πένθους της- από τις μοβ και λιλά ονειρικές πινελιές με τις οποίες συνηθίζει να διανθίζει τα κατάμαυρα χιτώνιά της.

Τα διαδοχικά αλληλοεμπλεκόμενα και αλληλοϋπονομευόμενα επεισόδια του μυθιστορήματος της Ζυράννας διαμορφώνουν έναν μυθιστορηματικό κόσμο, όπου όλα μαζί γίνονται ένα, όμως και το καθένα χωριστά διατηρεί την αυτοτέλειά του ισορροπώντας στην κόψη του ξυραφιού: μαγεμένοι εραστές, κάτοικοι του Αδη, φανερώνονται με το απροσδόκητο ξύσιμο μιας αγιάτρευτης πληγής της αδικημένης μνήμης, λουσμένοι σ' ένα νεφελώδες φωτοστέφανο. Υπνοβάτες του «ακοίμητου ύπνου» παγιδεύουν με τις αλλεπάλληλες υπνοβασίες τους την αλλαγή του χρόνου, έτσι ώστε οι λεπτοδείκτες δεν έχουν χρεία, καθώς το μέλλον έχει υποθηκευτεί μέσα στο παρελθόν και τανάπαλιν, αφού οι ζωντανοί έχουν τελειώσει και ξαναρχίσει μια και δυο και χιλιάδες ζωές και ποιος ξέρει αν αυτή που ζούμε εδώ (στο μυθιστόρημα) θα είναι κι η τελευταία. Η πολυσπόνδυλη κοτσίδα της προσφυγοπούλας Μυροφόρας σέρνει ξωπίσω της εκατόμβες λαγγεμένων αρσενικών. Πυρκαγιές εξολοθρεύουν καπναποθήκες, ενώ οι μάνες πετούν απ' το παράθυρο τα φασκιωμένα βρέφη, που σώζονται με ισόβια κουσούρια. Ομως με το κουσούρι της άτυχης ηρωίδας Ωραιοζήλης είναι μασκαρεμένη η ακολουθία των κουσουρλήδων και των ένθεων σαλών που αποτελούν αιώνες τώρα τα πλέον ευάλωτα θύματα χλεύης και βιασμού κυρίως στην ηπειρωτική μας ενδοχώρα, ένα βαθύ και ανίατο κοινωνικό στίγμα, που δε θα εξαλειφθεί όσο υπάρχει αυτό το τέλειο-ατελές πλάσμα, ο άνθρωπος. Στιχάκια, γραμμένα πίσω από ημερολόγια της νοικοκυράς που αναμοχλεύουν την αγιάτρευτη νοσταλγία μιας σειράς σημαδιακών εορτών και συμβάντων. Ποιος είναι ο Αγιος των νερών; Μήπως ο Αγιος της στεριάς είναι ο καλόγνωμος Ντάφκος, μια ολύμπια μορφή, που θα μπορούσε να είναι η σύζευξη σε ένα δύο ηρώων, ενός του Βιζυηνού κι ενός του Παπαδιαμάντη; Ξωτικά κι αλαφροΐσκιωτοι τσαλαπατιούνται για να προμηθευτούν εισιτήριο στο πανηγύρι με τις κούνιες. Οι τυφλοί ξέρουν να βλέπουν, οι κουφοί να ακούν, οι σακάτηδες να βαδίζουν και τα σκυλιά να διαβάζουν το πεπρωμένο ακόμη και θαμμένα κάτω απ' τη γη. «Γλώσσα είν' αυτή, γλιστράει, γιαβρί μου» θα 'λεγε η Ζυράννα. Γλιστράει και γητεύει. Αυτό είναι το μαγικό σύμπαν της Ζυράννας, η δική της «Αυλή των θαυμάτων», το προσωπικό της παιχνίδι με την άβυσσο.

Το οδοιπορικό της Ζυράννας είναι μια δαιδαλώδης και τυραννική αλλά ηδονική περιπέτεια στο μονοπάτι της αυτογνωσίας με στόχο να λουστεί στις αρχέγονες πηγές του άσπιλου νερού, να αξιωθεί να πιεί απ' την πηγή της ζωής. Η Ζυράννα περπατάει από ένστικτο «Στην ερημιά με χάρη» ακροβατώντας στην κόψη ενός αόρατου νήματος, που η μια άκρη του είναι σκαλωμένη στο αραχνοΰφαντο τσιγκέλι της ζωής και η άλλη κρεμασμένη απ' το μοιραίο παραγάδι του Χάρου.
«Τώρα μαθαίνω το αίμα μου
έχοντας το σακούλι
των αναστεναγμών
κι όλο πηγαίνω
πηγαίνω
στις
πηγές»
είπε ο Καρούζος.

«Ψ υ χ ά ρ ι ο ν εί, β α σ τ ά ζ ο ν ν ε κ ρ ό ν» (είσαι μια ψυχούλα που βαστάει ένα νεκρό) είχε πει ο Επίκτητος. Η Ζυράννα «ψυχάριον εστί βαστάζον νεκρούς ικανούς» (είναι μια ψυχούλα που βαστάει αρκετούς νεκρούς).

Η Ζυράννα στοχεύει με τις ακάματες και αιματηρές αναζητήσεις της μέσα από μονοπάτια αδιάβατα να της αποκαλυφθεί το βαθύτερο κέντρο της ψυχής της, να οδηγηθεί στο ξέφωτο της εσώτερης αυτογνωσίας. Ταυτόχρονα όμως με την πρόζα της, μια ποιητική χίμαιρα με τη μορφή επικών πεζών, συνεισφέρει στο επίμαχο και πρωταρχικό για όλους μας ζήτημα της συλλογικής νεοελληνικής αυτογνωσίας.

Διαβάστε ολόκληρη την εξαιρετική κριτική παρουσίαση του Θ. Κοροβίνη στην εφημερίδα "Ελευθεροτυπία" (05.03.2010).

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου