Κυριακή, 23 Μαΐου 2010

Η γενιά της σπατάλης καταδίκασε τα παιδιά της

The Guardian

David Willets
The Pinch: How the Baby Boomers Took Their Children’s Future - And Why They Should Give It Back
εκδ. Atlantic, σελ. 288

Ηταν αναμενόμενο να συμβεί. Ως κοινωνία πάντα θέλουμε κάποιον να μεμφόμαστε για τα δεινά μας. Συνήθως είναι κάποιος άλλος. Αλλά τώρα εμείς, η γενιά των baby boomers, η πιο καλοζωισμένη γενιά απ’ όλες, οφείλουμε να μεμφθούμε τον εαυτό μας.

Εχοντας διαμορφώσει την κουλτούρα και τις αξίες του όψιμου 20ού αιώνα, εμείς που γεννηθήκαμε ανάμεσα στα τέλη της δεκαετίας του ’40 και στις αρχές του ’60, όταν στην Αμερική και σε άλλες χώρες του δυτικού κόσμου σημειώθηκε «μπουμ» γεννήσεων, δρέψαμε όλα τα οφέλη της οικονομικής ανόδου και δεν αφήσαμε τίποτα για τα παιδιά μας. Πολλοί από μας έχουμε ήδη εξασφαλίσει καλές συντάξεις από ένα γενναιόδωρο ασφαλιστικό σύστημα. Αγοράσαμε ακίνητα όταν ήταν προσιτά κι έπειτα επωφεληθήκαμε από την κατακόρυφη άνοδο της τιμής τους. Αντί να αποταμιεύσουμε κάποια από αυτά τα χρήματα για τις επόμενες γενιές, δανειστήκαμε υποθηκεύοντας τις περιουσίες μας και τα φάγαμε όλα, συμβάλλοντας στην πρόσφατη τραπεζική κρίση και στην αδυναμία του κράτους να επενδύσει στο μέλλον του.

Τα επικά επίπεδα της κατανάλωσής μας έχουν δημιουργήσει μια τεράστια περιβαλλοντική απειλή για τις επόμενες γενιές, οι οποίες θα πρέπει να μας στηρίξουν καθώς γερνάμε με μεγαλύτερο προσδόκιμο ζωής, παρότι αυτές μπαίνουν στην αγορά εργασίας, ενώ η παγκοσμιοποίηση και το φθηνότερο εργατικό δυναμικό σπρώχνουν προς τα κάτω τους μισθούς.

Ο Ντέιβιντ Γουίλετς, μέλος της σκιώδους κυβερνήσεως του βρετανικού Συντηρητικού Κόμματος σε θέματα εκπαίδευσης και οικογενειακής πολιτικής, έσπευσε από τους πρώτους να επισημάνει τον ρόλο που παίξαμε στη δεινή οικονομική κατάσταση που παραδίδουμε στα παιδιά μας. Το βιβλίο του, που εκδόθηκε πρόσφατα, σίγουρα θα το ακολουθήσουν και άλλα πάνω στο ίδιο θέμα.

Εχοντας συγκεντρώσει ένα ευρύτατο φάσμα ερευνητικών στοιχείων, τα συνδυάζει με κάποιες ενδιαφέρουσες αλλά όχι πάντα πειστικές προσωπικές θεωρίες πάνω στο τι δείχνουν οι δημογραφικές στατιστικές και τι πρέπει να κάνουμε για το γεγονός ότι, έπειτα από μισόν αιώνα «πλεύσης με ούριους ανέμους», θα περάσουμε τις επόμενες δύο - τρεις δεκαετίες παλεύοντας με «δημογραφικές θύελλες».

Πάντως, πιθανόν η ύφεση να μας κάνει όλους να σκεφτούμε καλύτερα το μέλλον και να δυσπιστούμε απέναντι στην άμεση ικανοποίηση των επιθυμιών μας.

Αν όμως πρέπει να γίνουμε λιγότερο ατομιστές και ν’ αρχίσουμε να νοιαζόμαστε συλλογικά για τους συνανθρώπους μας και τις μελλοντικές γενιές, θα χρειαστούμε ένα μεγαλύτερο και πιο ξεκάθαρο πολιτικό μήνυμα από αυτό που ο Γουίλετς μπορεί ή θέλει να διατυπώσει σε αυτό το βιβλίο.

Το κεντρικό επιχείρημα του Γουίλετ είναι ότι χρειαζόμαστε ένα καινούργιο κοινωνικό συμβόλαιο που θα ενθαρρύνει την αλληλεγγύη, την αμοιβαιότητα ανάμεσα στις γενιές σε μια εποχή όπου «η ροπή προς την εξατομίκευση φαίνεται ακατάσχετη».

Σ’ αυτό το σημείο ήταν που άρχισα να εύχομαι να μην ήταν ο συγγραφέας ένας «μάχιμος» πολιτικός της πρώτης γραμμής. Είναι συμπαθέστατος άνθρωπος και πρωτότυπος στοχαστής σ’ έναν κόσμο πανομοιότυπων, αγελαίων βουλευτών, αλλά η πολιτική του ατζέντα και οι προσωπικές πεποιθήσεις του εμποδίζουν το βιβλίο να είναι τόσο αντικειμενικό και ειλικρινές όσο θα έπρεπε.

Αναγνωρίζει ότι ένα πρώτο βήμα για να ενθαρρυνθεί το κοινωνικό συμβόλαιο μεταξύ γενεών είναι να ενσωματωθεί αυτό το συμβόλαιο μέσα στις γενιές. Εχει πιθανότατα δίκιο στο ότι οι πολιτικοί δεν μπορούν «απλώς να ρίξουν κοινωνικό τσιμέντο σε εξατομικευμένους πολίτες προσπαθώντας να τους κολλήσουν μεταξύ τους ώστε να συνεργαστούν». Αλλά που βλέπει ότι η συνεργατική συμπεριφορά είναι «σαν το στεγνό τσιμέντο που το συγκρατεί ο εσωτερικός οπλισμός του», κάποιος πρέπει να τονίσει τους κοινωνικούς δεσμούς που συγκροτούν αυτό τον εσωτερικό οπλισμό.

Ωστόσο, τα μηνύματα και οι πράξεις των πολιτικών τα τελευταία τριάντα χρόνια συνέβαλαν στο να παροξύνουν τις χειρότερες τάσεις των baby boomers. Η φρενιασμένη εξόρμηση στην αγορά σπιτιών ενθαρρύνθηκε και γιορτάστηκε. Δόθηκε έμφαση στις προσωπικές επιλογές, τις υπέρμετρες προσδοκίες και τον ανταγωνισμό σε βάρος της συλλογικής δραστηριότητας. Η φημισμένη ρήση της Μάργκαρετ Θάτσερ ότι «δεν υπάρχει κοινωνία» διευκρινιζόταν από την πεποίθησή της ότι αντ’ αυτής υπάρχουν άτομα - άνδρες γυναίκες και οικογένειες. Και κάπου κρυμμένη στη ζοφερή ανάλυση του Γουίλετ για ένα έθνος με πάρα πολλά διαζύγια, υπάρχει η παραδοχή ότι πολλοί από αυτούς τους ατομιστές baby boomers φροντίζουν με πάθος για το μέλλον των παιδιών τους.

Ξοδεύουμε σήμερα περισσότερο χρόνο για τα παιδιά μας από ποτέ άλλοτε, παρά την εργασιακή απασχόληση των περισσότερων μητέρων, και πολλοί γονείς επενδύουν πολλά σ’ αυτό που ο Γουίλετ αποκαλεί «κούρσα γονεϊκών εξοπλισμών» για να εξασφαλίσουν στα παιδιά τους ανταγωνιστικά πλεονεκτήματα απέναντι στα άλλα. Η επένδυση αυτή δεν είναι μόνο σε μόρφωση, αλλά και στην απόκτηση περιουσίας που θα μεταβιβαστεί αργότερα στα παιδιά, πιθανώς με μια μείωση των φόρων κληρονομιάς στο άμεσο μέλλον. Η τάση αυτή ενισχύει την προσωπική, ενδοοικογενειακή αλληλεγγύη και όχι τη συλλογική.

Πιστεύει πράγματι ο Γουίλετ ότι μπορούμε να συνάψουμε ένα νέο κοινωνικό συμβόλαιο μεταξύ των πολιτών που θα μας κάνει πιο πρόθυμους να φροντίσουμε συλλογικά για τις μελλοντικές γενιές, όταν υπάρχουν τόσο τεράστια χάσματα ανάμεσα στους κερδισμένους και τους χαμένους αυτής της κούρσας; Οραματίζεται έναν κόσμο όπου θα υπάρχει μεγαλύτερη εμπιστοσύνη ανάμεσα στους πολίτες και τις γενιές, αλλά η αγανάκτηση από το θέαμα ανθρώπων που γίνονται «έχοντες και κατέχοντες» εις βάρος των άλλων εμποδίζει την ανάπτυξη εμπιστοσύνης τόσο στις κάθετες όσο και στις οριζόντιες σχέσεις των γενεών.

Πηγή: Η Καθημερινή (23.05.2010).

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου