Τετάρτη, 26 Μαΐου 2010

Η κρίση δεν λύγισε την τέχνη

Το κραχ στην Αργεντινή μαζί με τη φτώχεια έφερε «ρεύμα» οικονομίας, ευέλικτες παραστάσεις, δωρεάν θεάματα.

Το «Κολόν» είναι ένα από τα μεγαλύτερα θέατρα του Μπουένος Αϊρες. Λίγους μήνες μετά την κήρυξη πτώχευσης τον Δεκέμβριο του 2001, ένα ανοιξιάτικο απόγευμα ο κόσμος παρακολουθούσε από τα λεωφορεία μια πυκνή ουρά να ξεδιπλώνεται χωρίς εμφανές τέλος. Ηταν οι θεατές μιας ασυνήθιστης παράστασης που χωρίς να το θέλει θα έμενε στην ιστορία της πόλης. Ο κόσμος δεν κρατούσε χρήματα που αντιστοιχούσαν στο αντίτιμο του εισιτηρίου, αφού εισιτήρια, όπως και χρήματα άλλωστε, δεν υπήρχαν. Ο καθένας είχε μαζί του μικρές σακούλες με ρύζι, μακαρόνια, γάλα. Μόνο έτσι θα έμπαιναν στο θέατρο. Εννιά χρόνια μετά το αργεντίνικο κραχ και την ιδιότυπη εκείνη παράσταση, η θεατρική σκηνή του Μπουένος Αϊρες γνωρίζει ιδιαίτερη άνθηση.

Οι συνέπειες της κρίσης κορυφώθηκαν τον Οκτώβριο του 2002 όταν οι περισσότεροι από τους μισούς Αργεντίνους (57,5%) ζούσαν επισήμως κάτω από το όριο της φτώχειας, ενώ ένα διόλου ευκαταφρόνητο 27,5% αντιπροσώπευε τους πολίτες που ζούσαν σε συνθήκες απόλυτης φτώχειας. Την ίδια χρονιά το θέατρο «άντεχε» εντυπωσιακά. Περισσότερες από 390 ομάδες συνέχιζαν να ετοιμάζουν παραστάσεις και να τις παρουσιάζουν στα 123 «επίσημα» θέατρα της πρωτεύουσας. Και σχεδόν 150 παραστάσεις ανέβηκαν εκτός του επίσημου δικτύου, στο off Buenos Aires. H συγγραφέας και μεταφράστρια Εφη Γιαννοπούλου έζησε από κοντά τον θεατρικό «πυρετό» της πόλης, καθώς έμεινε μερικούς μήνες στο Μπουένος Αϊρες το 2006. «Θυμάμαι μια παράσταση που παιζόταν σε σπίτι. Σε κανονικό σπίτι».

Αλλά δεν ήταν μόνο το θέατρο. Ο Θανάσης Παπαδημητρίου πήγε στην Αργεντινή παραμονές της χρεοκοπίας. Θα εργαζόταν ως νηπιαγωγός στο σχολείο της ελληνικής κοινότητας του Μπουένος Αϊρες. Στην αρχή η εμπειρία ήταν τρομακτική. «Υπήρχε φόβος. Εβλεπες επιδρομές σε εστιατόρια. Εκλεβαν το ταμείο και τους πελάτες μαζί». Αλλά όταν πέρασε το πρώτο καυτό κύμα των αιματηρών διαδηλώσεων και των λεηλασιών, η κοινωνία άρχισε να ισορροπεί στη νέα πραγματικότητα. «Οι άνθρωποι που έμεναν άνεργοι και δεν ήταν καθόλου λίγοι, απογοητευμένοι επειδή η πιθανότητα να βρουν καινούργια δουλειά ήταν μικρή, στρέφονταν στο πιο δημιουργικό κομμάτι του εαυτού τους», θυμάται ο κ. Παπαδημητρίου. «Και άρχισαν να φτιάχνουν πράγματα. Αντικείμενα, μικροέπιπλα, κατασκευές, ζωγραφική, τα πάντα. Ετσι, μέσα σε λίγους μήνες το Μπουένος Αϊρες γέμισε μικρές γκαλερί, αλλά και μαγαζάκια από νέους ντιζάινερ που προσπαθούσαν να πουλήσουν τις κατασκευές τους. Ακόμα πιο διαδεδομένοι ήταν οι πάγκοι σε μεγάλες υπαίθριες αγορές στις πλατείες της πόλης. Το να πουλήσουν τα έργα τους ήταν πιο εύκολο από ποτέ, καθώς όλα τα προϊόντα εισαγωγής ήταν απλησίαστα για ένα συντριπτικά υψηλό ποσοστό της κοινωνίας της Αργεντινής».

Την ίδια στιγμή το Μπουένος Αϊρες γνώριζε ένα νέο κύμα κοσμοπολιτισμού. Οι Αμερικανοί που μέχρι χθες ταξίδευαν στο γειτονικό Μεξικό για να μάθουν ισπανικά, επέλεγαν τώρα την πάμφθηνη Αργεντινή. Το Μπουένος Αϊρες ήταν ξανά στη μόδα. Στα εστιατόρια πολυτελείας μπορούσες να φας με 20 ή 25 ευρώ το άτομο. Αμερικανοί επιμελητές σύγχρονης τέχνης έφταναν στην πόλη και επιστρέφοντας στη Νέα Υόρκη ή στο Λος Αντζελες έγραφαν για την ταλαντούχα νέα γενιά Αργεντίνων καλλιτεχνών, τα έργα των οποίων μπορούσαν να πουληθούν σε εξαιρετικά χαμηλές τιμές.

Το Μπουένος Αϊρες πλημμύρισε με γκαλερί. Μέσα σε τρία χρόνια, από το 2005 μέχρι το 2008, η εξαγωγή έργων τέχνης αυξήθηκε κατά 65%! «Η άνοδος των εξαγωγών έργων τέχνης μπορεί να αποδοθεί σε δύο παράγοντες», υποστηρίζει ο ειδικός Αντριαν Γκουαλντόνι Μπασουάλντο. «Από τη μια έχουμε τη διεθνή αναγνώριση για την ποιότητα της τέχνης που παράγεται στην Αργεντινή και ταυτόχρονα επωφελούμαστε από την διαφορά της αξίας ανάμεσα στο πέσο και στα άλλα νομίσματα».

Η προσαρμογή στις νέες συνθήκες απαίτησε ευελιξία και ιδέες. Παραστάσεις 24 ρόλων παίζονταν από πέντε ηθοποιούς, γιατί τόσο μπορούσε να αντέξει ο σφιχτός προϋπολογισμός μιας ομάδας. Το εύρημα μάλιστα έγινε «στυλ» ή «ιδεολογία», αναγορεύθηκε σε «ρεύμα» και βγήκε έξω από τα σύνορα της χώρας. Η θεατρική εβδομάδα συρρικνώθηκε σε δύο ημέρες και πολλές ομάδες συντηρούσαν ένα χώρο. Μια ημέρα μπορούσες να δεις τρεις παραστάσεις στη σειρά στο ίδιο θέατρο. Η αίθουσα «El Camaran de las Musas» είναι μια ενδιαφέρουσα περίπτωση. Ανοιξε τις πόρτες της το 2001, όταν τα σημάδια της μεγαλύτερης ύφεσης της αργεντίνικης οικονομίας είχαν γίνει ορατά. Παρ’ όλα αυτά η ενεργητικότητα στο ζενίθ της κρίσης έπιασε κόκκινο. Γρήγορα ο νέος χώρος έγινε στέκι. Ο Εμίλιο Γκουτιέρες θυμάται: «Ο κόσμος ερχόταν να δει θέατρο, να παρακολουθήσει διαλέξεις, να δει εκθέσεις ή να πιει το ποτό του». Ο ίδιος δίνει την εξήγηση για το φαινομενικά παράδοξο αργεντίνικο boom στις τέχνες: «Σε εποχές κρίσης ο κόσμος έχει ανάγκη να βγει από το σπίτι του, να δει κάτι άλλο από αυτό που του προσφέρει η τηλεόραση».

Η κρίση έφερε σημαντική μείωση των τιμών στα εναλλακτικά, κυρίως, θεατρικά στέκια του Μπουένος Αϊρες. Ενα «κανονικό» εισιτήριο πριν από το 2001 κόστιζε κατά μέσο όρο από 12 έως 15 πέσος. Σε 12 μήνες η αντίστοιχη τιμή κυμαινόταν από 5 μέχρι 8 πέσος και το ακριβότερο εισιτήριο δεν κόστιζε περισσότερο από 10 πέσος. Φοιτητές και ηλικιωμένοι μπορούσαν να δουν θέατρο ακόμα φθηνότερα, με 2 ή 3 πέσος.

Αλλά η κρίση έφερε και μια παράδοξη μόδα: τη μόδα των «δωρεάν» θεαμάτων. Το 2002 εγκαινιάστηκε το πρώτο επαγγελματικό θέατρο δωρεάν θεαμάτων στο Λοράνχε του Μπουένος Αϊρες. Ο θεατρικός επιχειρηματίας Κάρλος Ρότεμπεργκ σκέφτηκε να δεσμεύσει μια αίθουσα στο συγκρότημα «Corrientes 1372», όπου παρουσιάζονταν αποκλειστικά παραστάσεις χωρίς εισιτήριο. «Πολλαπλασιάσαμε την ποσότητα των προσφερόμενων θεαμάτων και στο τέλος της σεζόν είχαμε ένα μέσο όρο εσόδων 4 ή 5 πέσος κατ’ άτομο», δηλώνει ο Ρότεμπεργκ.

Η Εφη Γιαννοπούλου δεν θεωρεί ότι η Ελλάδα θα εξελιχθεί υποχρεωτικά σε μια νέα Αργεντινή. Παρ’ όλα αυτά βρίσκει ομοιότητες. «Και στην Αργεντινή πέρασαν μια περίοδο εύκολου πλουτισμού που ξεφούσκωσε απότομα. Σήμερα σε προσκαλούν σε δείπνο και είναι πιθανό το μενού να περιλαμβάνει ένα πιάτο φακές. Ενώ εμείς θα πρέπει να “σηκώσουμε” τον μισό Βασιλόπουλο. Σε πολλά πάρτι θα βρεις μόνο μπίρα, την οποία συνήθως έχεις αγοράσει εσύ ο ίδιος. Η Αργεντινή άντεξε. Δεν διαλύθηκε, είναι μια κοινωνία σε ανασυγκρότηση».

Στις 27 Οκτωβρίου του 2008 η Ουγγαρία χτύπησε την πόρτα του ΔΝΤ και της Ευρωπαϊκής Ενωσης προκειμένου να εξασφαλίσει δάνειο 25 δισ. ευρώ. Ο αντίκτυπος στην πολιτιστική βιομηχανία της χώρας ήταν άμεσος. Η κυβέρνηση του σοσιαλιστή Φέρεντς Γκιούρτσανι, το κόμμα του οποίου καταποντίστηκε στις πρόσφατες εκλογές, σταμάτησε όλα τα μεγάλα πρότζεκτ πολιτιστικής υποδομής. Με εξαίρεση τη χρηματοδότηση για το Πεκς, Πολιτιστική Πρωτεύουσα της Ευρώπης το 2010.

Πιο χαρακτηριστική περίπτωση η ανακαίνιση του Θεάτρου Ερκελ στη Βουδαπέστη, έδρα της δεύτερης κρατικής όπερας της χώρας. Το 2008 ο Γκιούρτσανι υποσχέθηκε σταθερή χρηματοδότηση της τάξης των 5,3 δισ. ουγγρικών φιορινιών. Το 2009 εκταμιεύθηκαν 5,05 δισ. και για το 2010 δεν αναμένεται να ξεπεράσουν τα 4,9.

«Η θετική επίπτωση της κρίσης ήταν ότι οι πολιτιστικοί οργανισμοί στην Ουγγαρία υποχρεώθηκαν να βελτιώσουν το μάρκετινγκ και να εστιάσουν περισσότερο στην προσέλκυση χορηγιών», μας λέει ο Αντράς Ντέζι, δημοσιογράφος στη μεγαλύτερη εφημερίδα της χώρας, τη Nepszabadsag. Ταυτόχρονα, η προηγούμενη κυβέρνηση υιοθέτησε νόμο σύμφωνα με τον οποίο όσοι βοηθούσαν οικονομικά θεατρικές ομάδες και οργανισμούς δικαιούνταν φορολογική έκπτωση.

Στην Ουγγαρία, όπως και στην Ελλάδα, πολλά θέατρα εξαρτούν τη βιωσιμότητά τους από τις επιχορηγήσεις των δημόσιων ταμείων. Τώρα, η συμμετοχή της τοπικής αυτοδιοίκησης στα σχετικά προγράμματα μειώθηκε.

Στα δύο χρόνια που διαρκεί η κρίση παρατηρείται μείωση της προσέλευσης στα θέατρα, αν και οι τιμές των εισιτηρίων έχουν πέσει δραματικά. Κοστίζουν 2 ή 3 ευρώ. Κυρίως επλήγη η αγορά των εισιτηρίων που καλύπτουν ολόκληρες καλλιτεχνικές περιόδους, ενώ αύξηση σημειώθηκε στα μεμονωμένα εισιτήρια. Το πιο ενδιαφέρον είναι ίσως η αλλαγή του καλλιτεχνικού προφίλ σημαντικού αριθμού θεάτρων. «Πολλοί οργανισμοί που πριν παρουσίαζαν περισσότερο καλλιτεχνικές επιλογές στράφηκαν σε πιο ψυχαγωγικά και δημοφιλή θεάματα», προσθέτει ο Αντράς Ντέζι.

Πηγή: Η Καθημερινή (23.05.2010).

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου