Δευτέρα, 28 Ιουνίου 2010

Πικάσο: Η πολιτική του ήταν η τέχνη του

Ποια ήταν η σχέση του Πάμπλο Πικάσο με την πολιτική; Μια έκθεση στην Τate Liverpool με τον μάλλον απολογητικό τίτλο «Ρicasso: Peace and Freedom», αναζητεί τις πολιτικές διαστάσεις του έργου του μεγάλου ισπανού ζωγράφου. Και φαίνεται πως, όπως συμβαίνει με όλους, αυτά που καθορίζουν έναν πολιτικό χαρακτήρα είναι οι εμπειρίες και οι επιρροές του. Που στην περίπτωση του Πικάσο, μόνο ασήμαντες δεν ήταν.

Καλοκαίρι του 1936. Ο Πάμπλο Πικάσο βρισκόταν σε ένα μικρό χωριό της Κυανής Ακτής, τη Μουζέν, όπου τον είχε καλέσει ο Πολ Ελιάρ για παραθερισμό. Στην παρέα ήταν και ο βρετανός σουρεαλιστής Ρόλαντ Πενρόουζ και η τότε σύζυγός του, η σουρεαλίστρια ποιήτρια Βαλεντίν. Οι διακοπές τους ήταν ξέγνοιαστες, όλοι όμως γνώριζαν ότι ο χρόνος μετρούσε αντίστροφα. Ο ισπανικός Εμφύλιος είχε αρχίσει τον Ιούλιο της ίδιας χρονιάς και τα δυσάρεστα νέα από το μέτωπο έφταναν καθημερινά. Σε λιγότερο από ένα χρόνο η βασκική πόλη Γκουέρνικα θα γινόταν στάχτη από τα γερμανικά βομβαρδιστικά.

Ο Πικάσο (όπως αναφέρει ο Πενρόουζ σε βιβλίο του για τον ζωγράφο) ανησυχούσε για την ασφάλεια της μητέρας και της αδερφής του, που ζούσαν στη Βαρκελώνη με τους ανιψιούς του, και διατηρούσε ακόμη άσβεστη την απέχθειά του για τον Φράνκο αλλά και για τον πόλεμο, αφού στις παιδικές μνήμες του περιλαμβάνονταν οι τραυματίες που επέστρεφαν από τον ισπανοαμερικανικό πόλεμο του 1898. Ως ισπανός πολίτης που ζούσε στη Γαλλία, ωστόσο, δεν στρατολογήθηκε από καμία πλευρά του ισπανικού Εμφυλίου ούτε προσφέρθηκε εθελοντικά. Αρκετοί από τους συγχρόνους του είχαν αρχίσει ήδη να πιστεύουν ότι ο πασιφισμός του μάλλον προερχόταν από αδιαφορία, παρά συνιστούσε ηθική αρχή. Λίγες πάντως εβδομάδες προτού πάει για δεύτερη φορά στην Κυανή Ακτή το καλοκαίρι του 1937 (αυτή τη φορά, την παρέα συμπλήρωνε η σύζυγος του Ελιάρ, Νους, η αμερικανίδα φωτογράφος Λι Μίλερ και ο Μαν Ρέι), ο ζωγράφος είχε ολοκληρώσει την Γκουέρνικα, που του είχε αναθέσει η ισπανική δημοκρατική κυβέρνηση για το περίπτερό της στη Διεθνή Εκθεση του Παρισιού το 1937. Ο Πικάσο είχε ανταποκριθεί και η επεξεργασία του πίνακα κρατούσε όσο καιρό οι ειδήσεις από τη βασκική πόλη τον έβρισκαν στο Παρίσι. Λέγεται ότι ο πίνακας ήταν στο τελικό στάδιο όταν ο Πενρόουζ και ο γλύπτης Χένρι Μουρ επισκέφθηκαν τον ζωγράφο στο ατελιέ του στο Παρίσι. Ενώ περιεργάζονταν το έργο, ο Πικάσο έφυγε για λίγο και επέστρεψε με ένα κομμάτι χαρτί τουαλέτας, το οποίο καρφίτσωσε στα γυμνά οπίσθια μιας από τις γυναίκες του πίνακα. «Ορίστε», τους είχε είπε, «να οι αληθινές επιπτώσεις του φόβου».

Ο πίνακας μετά τη Διεθνή Εκθεση του Παρισιού άρχισε να εκτίθεται σε διάφορους ευρωπαϊκούς χώρους. Ταξίδευε με την οικονομική υποστήριξη ανθρώπων που πίστευαν ότι η επίδειξή του ήταν ένας τρόπος συγκέντρωσης χρημάτων και ευαισθητοποίησης της διεθνούς κοινής γνώμης για τη δοκιμασία των Δημοκρατικών της Ισπανίας. Τον Ιανουάριο του 1939 παρουσιάστηκε στην γκαλερί του Whitechapel στο Εast Εnd του Λονδίνου με την υποστήριξη του Κλίμεντ Ατλι, αρχηγού της αντιπολίτευσης των Εργατικών. Το αντίτιμο για την είσοδο στην έκθεση ήταν ένα ζευγάρι παπούτσια για τους πρόσφυγες που κατέφθαναν από την Ισπανία και καθώς η κοσμοσυρροή ήταν εντυπωσιακή, τα παπούτσια στην είσοδο σχημάτιζαν στοίβες. Οσοι τα προσέφεραν, αισθάνονταν ότι ένας δεύτερος πόλεμος στην Ευ ρώπη ήταν αναπόφευκτος και ότι με δεδομένη τη στρατηγική σημασία του, το Λονδίνο θα ήταν από τις πρώτες πόλεις που θα δέχονταν μια εναέρια εισβολή.

Μετά την τελική νίκη των στρατευμάτων του Φράνκο τον Απρίλιο του 1939, ο πίνακας μεταφέρθηκε στις Ηνωμένες Πολιτείες συνεισφέροντας στη συγκέντρωση οικονομικής βοήθειας για τους πρόσφυγες του Ισπανικού Εμφυλίου. Ωστόσο, η σχέση του Πικάσο με την πολιτική παρέμενε ακόμα αμφιλεγόμενη. Οπως στον Α΄ έτσι και στον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο που είχε πια αρχίσει, ο Πικάσο δεν είχε συνεισφέρει με τον τρόπο που θα επιθυμούσαν οι αντίπαλες στρατιωτικές δυνάμεις και μάλλον αυτός ήταν ο λόγος για τον οποίο το περιοδικό «Νew Yorker» τον είχε αποκαλέσει «δειλό που γλίτωσε δύο μεγάλους πολέμους, ενώ οι φίλοι του υπέφεραν και πέθαιναν». Ο ίδιος πάντως υποστήριζε μέλη της αντίστασης, παρέχοντάς τους περιστασιακά καταφύγιο ή χρήματα. Η Γκεστάπο τον παρακολουθούσε στενά στο Παρίσι όπου ζούσε, αποτύγχανε όμως να τον στριμώξει με κάποια κατηγορία. Οι δραστηριότητές του ήταν έτσι κρυμμένες ώστε αρκετοί τον κατηγόρησαν και πάλι για παθητικότητα ή ακόμα και συνεργασία με τους κατακτητές. Το 1944, λίγο μετά την απελευθέρωση του Παρισιού ο Πικάσο, 63 χρονών πια, επέλεξε να ανακοινώσει τη συμμετοχή του στο Κομμουνιστικό Κόμμα της Γαλλίας, από το οποίο δεν αποχώρησε ποτέ. Τα χρόνια που ακολούθησαν σημαδεύτηκαν από την- ανεπαίσθητη στην αρχή και επιταχυνόμενη στη συνέχεια- αποσύνθεση του Γαλλικού Κομμουνιστικού Κόμματος, ο Πικάσο όμως δεν σταμάτησε να δημιουργεί σχέδια και αφίσες για τις ανάγκες του.

Διαβάστε περισσότερα στα Νέα (26.06.2010).

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου