Κυριακή, 27 Ιουνίου 2010

Η λογοτεχνία του τραύματος

Με το βιβλίο της «Τραύμα και μνήμη. Η πεζογραφία των πολιτικών προσφύγων» (Πόλις, σελ. 164), η Βενετία Αποστολίδου μπαίνει σε ένα καινούργιο μελετητικό πεδίο - την εξέταση του λογοτεχνικού έργου των Ελλήνων προσφύγων, το οποίο επί δεκαετίες αγνοήθηκε τόσο από την κριτική όσο και από την Αριστερά. Κι επίσης εισηγείται τη χρήση καινούργιων αναλυτικών εργαλείων, όπως «μνημονική κοινότητα» και «λογοτεχνία του τραύματος». Ειδικότερα εξετάζει τα έργα των Ελλήνων προσφύγων που μίλησαν για την Αντίσταση και τον Εμφύλιο, για τη ζωή στις χώρες της κομμουνιστικής υπερορίας και για τον επαναπατρισμό. Εξετάζει ακόμα τα έργα των νεότερων συγγραφέων που θεματοποίησαν την εμπειρία των Ελλήνων πολιτικών προσφύγων, δημιουργώντας μια εικόνα γι' αυτούς. Και τέλος, σχολιάζει τη συνολική λογοτεχνία για τον Εμφύλιο, στην οποία εντάσσεται και η λογοτεχνία των προσφύγων. Η αισθητική ποιότητα του μεγαλύτερου τμήματος της λογοτεχνίας των προσφύγων δεν απασχολεί τη συγγραφέα, καθώς θεωρεί πως τα σοβαρά ελαττώματά της τα διαπίστωσαν εγκαίρως καθιερωμένοι πρόσφυγες λογοτέχνες όπως λόγου χάρη η Μέλπω Αξιώτη.

Τούτου λεχθέντος, η λογοτεχνία των προσφύγων θεωρείται προνομιακός ενδιάμεσος χώρος στον οποίο δοκιμάζονται οι πρώτες μνήμες και ερμηνείες των συλλογικών τραυμάτων, οι οποίες αργότερα θα περάσουν στη δημόσια αντιπαράθεση και την ιστοριογραφία. Δεδομένου ότι οι Ελληνες πρόσφυγες οργανώθηκαν από την αρχή σε κοινότητες, η ελληνική παραγωγή κειμένων άρχισε σχετικά νωρίς -από το 1953- σε αντίθεση προς άλλες λογοτεχνίες του τραύματος. Αποτέλεσε μιαν αφήγηση με παρηγορητική λειτουργία, που βοήθησε τους επιζήσαντες να προσδώσουν νόημα στο οδυνηρό παρελθόν και να το συνδέσουν με το δύσκολο παρόν τους. Εκ των πραγμάτων, όμως, η λογοτεχνική τους δραστηριότητα συνάντησε εξαιρετικές δυσχέρειες. Διότι όφειλε να μην απομακρύνεται από την πολιτική γραμμή του κόμματος όπως κάθε φορά την αντιλαμβάνονταν οι επίσημοι ερμηνευτές της. Οφειλε να μη δυσαρεστεί πολιτικά τις φιλοξενούσες κομμουνιστικές χώρες επικρίνοντας τις συνθήκες ζωής τους. Κι ακόμα -πολύ βασικό- όφειλε να συνεχίσει να προσδίδει θετικό νόημα σε ολόκληρη την πολιτικοστρατιωτική περιπέτεια στην οποία συμμετείχαν, διότι διαφορετικά θα έκανε ακόμα πιο επαχθές το δυσβάστακτο τίμημα το οποίο οι πρόσφυγες ήδη κατέβαλλαν. Η κρίσιμη άλλωστε μετασταλινική 6η Ολομέλεια του 1956, η οποία άσκησε κριτική στα λάθη της προηγούμενης ηγεσίας για τον Εμφύλιο, αντί να διευκολύνει, δυσκόλεψε τη λογοτεχνική δραστηριότητα. Διότι συνέχισε να παρεμποδίζει τη διαχείριση των τραυματικών εμπειριών των ανταρτών προκειμένου να μην προσφερθεί προπαγανδιστικό υλικό στον ιδεολογικό αντίπαλο κι ακόμα για να μην υπονομευτεί ο καινούργιος πολιτικός στόχος της δημιουργίας πατριωτικών μετώπων. Με αυτά τα δεδομένα, δεν είναι περίεργο, παρατηρεί η Αποστολίδου, ότι ορισμένα από τα υπό εξέτασιν έργα αποτέλεσαν προσπάθεια δικαίωσης του Εμφυλίου με κάθε δυνατό τρόπο - με την εθνικοποίηση της αριστερής δράσης και την πλήρη ενοχοποίηση των αντιπάλων (λ.χ. Κώστας Μπόσης, Γιώργης Γρίβας). Δεν είναι παράξενο ότι ελάχιστοι κατέγραψαν λογοτεχνικά τις εμπειρίες της ζωής τους στις φιλοξενούσες κομμουνιστικές χώρες (λ.χ. Ελλη Αλεξίου, Κώστας Μπόσης). Και ότι με μία μόνον εξαίρεση -τους «Ανυπεράσπιστους» του Δημήτρη Χατζή- δεν έχουμε έργα θεραπευτικής επεξεργασίας του τραύματος, έργα δηλαδή τα οποία, υπερβαίνοντας τη θυματοποίηση του εαυτού, αναγνωρίζουν εκτός από το προσωπικό τραύμα και το τραύμα του Αλλου.

Στον ελλαδικό χώρο, αντιθέτως, η συγγραφέας παρατηρεί ότι τα πρώτα έργα που γράφτηκαν για τον Εμφύλιο από μη αριστερούς συγγραφείς (Μ. Λυμπεράκη, Ρ. Αποστολίδης, Αλ. Κοτζιάς, Ρ. Ρούφος, Θ. Δ. Φραγκόπουλος) δεν ταυτίστηκαν ούτε με τον λόγο των νικητών ούτε με τον λόγο των ηττημένων, αλλά χάραξαν έναν προσωπικό δρόμο προσέγγισης του τραύματος. Τα πρώτα έργα των αριστερών (Ζ. Σκάρου, Κ. Κοτζιά και Α. Φραγκιά) έκαναν μόνον έμμεση αναφορά στον Εμφύλιο εξ αιτίας της λογοκρισίας, της απουσίας εμπειρίας του βουνού και των πολιτικών προτεραιοτήτων του κόμματος. Στη δεκαετία του '60, οι «Ακυβέρνητες πολιτείες» του Στρ. Τσίρκα εγκαινίασαν μια νέα μνημονική παράδοση στους κόλπους της Αριστεράς - την «παράδοση της αμφισβήτησης». «Το κιβώτιο» του Αρη Αλεξάνδρου ανέδειξε ακόμα μία υπαρξιακή διάσταση του Εμφυλίου ως μεταφορά του αιωνίου ανθρώπινου δράματος. Και οι επεξεργασίες συνεχίζονται μέχρι σήμερα, καθώς η παραγωγή λογοτεχνικών έργων για τον Εμφύλιο και τους πολιτικούς πρόσφυγες παρουσιάζει τα τελευταία χρόνια άνθηση.

Πηγή: Η Καθημερινή (27.06.2010).

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου