Σάββατο, 3 Ιουλίου 2010

Η αγιότητα των «ακραίων» διηγημάτων του Σωτήρη Δημητρίου

Μονορούφι στην αρχή και μετά σιγά σιγά, απολαυστικά, πολλές φορές, πισωγυρίζοντας, μένοντας στις φράσεις, στις λέξεις. Στο τέλος ο κόσμος του, με τον τρόπο της λογοτεχνίας, γίνεται ο δικός σου κόσμος. Το διάβασα ολόκληρο από τις δώδεκα το βράδυ ώς τις έξι το πρωί. Ξενύχτι-αγρύπνια μ' ένα παράξενο θρησκευτικό αίσθημα να με τυλίγει. Ανέγνωσα μερικά αποσπάσματα φωναχτά και σκεφτόμουν πώς ήταν την ίδια ώρα το πρόσωπό μου, γιατί ο Δημητρίου γράφει πως όλες οι λέξεις απλώνονται στο πρόσωπό μας! Θυμόμουν και τον ίδιο να τριγυρνάει στην Αθήνα και ένιωθα την ανάγκη να τον συναντήσω, να του εκφράσω την ευγνωμοσύνη μου.

Μοιάζει σα να σκάβει τη ζωή, όπως οι χωρικοί της Χίου πληγώνουν τον κορμό του μαστιχόδενδρου για να βγει σαν διαμάντι η μαστίχα, ο μέσα κόσμος. Καθώς διαβάζεις τα διηγήματά του, σε οδηγεί, σε αναγκάζει, θα έλεγα, σε μικρές παύσεις της ανάγνωσης. Κατεβάζεις το βιβλίο και σκέφτεσαι. Σιωπάς. Είναι στάσιμα εσωτερικής ενδοσκόπησης του αναγνώστη, δημιουργικής επεξεργασίας των εικόνων και των λέξεων του βιβλίου. Μικρά ιντερμέδια στην ανάγνωση, που δένουν την ύπαρξή σου μ' αυτόν τον μοναδικό συγγραφέα. Σαν να επενδύεις στα κείμενα, σαν να προσθέτεις την εμπειρία σου ή σαν να τα βάζεις μέσα σου με τη βεβαιότητα πως θα ξανασυναντηθείς μ' αυτά, γιατί δεν μπορείς τώρα αμέσως να τα κατατάξεις, να ξεζουμίσεις την ουσία τους, να γευτείς τον ήχο τους, να νιώσεις το ρυθμό τους. Υπάρχουν στην ψυχή σου σαν υλικά παρηγοριάς και στήριξης, σαν αντίκρισμα ζωής που και στο μέλλον μπορεί να είναι η καταφυγή σου. Αυτές οι τομές της ανάγνωσης με τις σιωπές του αναγνώστη δικαιώνουν το κείμενο.

Ολοκληρώνοντας την ανάγνωση ενός διηγήματος στέκεσαι σε τρία στοιχεία του. Το πρώτο είναι η κυρίως αφήγηση, το κυρίως σώμα του κειμένου, που αφορά τη δράση, τα γεγονότα, το πώς είναι και τι λένε τα πρόσωπα. Εδώ νιώθεις μια ιδιοφυή διελκυστίνδα μεταξύ της εγγύτητάς του στη δράση και της απόστασής του απ' αυτήν. Σαν κοντινό και γενικό πλάνο στον κινηματογράφο. Κι αυτό γίνεται μ' έναν τρόπο εντελώς προσωπικό, απρόβλεπτο. Ενώ κατά κάποιο τρόπο αφήνει τα γεγονότα να μιλήσουν, μένοντας μακριά και «ουδέτερος», στιγμές στιγμές τρυπώνει ανάμεσά τους, στις ραφές τους, γίνεται ο σχολιαστής τους.

Το δεύτερο στοιχείο είναι η τελευταία παράγραφος του κάθε διηγήματος, όπου ξεκάθαρα καταλαβαίνεις την άποψή του για αυτό που αφηγήθηκε. Είναι μια στιγμή που φωτίζει την κυρίως δράση, αυτό που θέλει να σου αφήσει μέσα σου τελειώνοντας. Και το τρίτο στοιχείο είναι οι τίτλοι των διηγημάτων. Τίτλοι όπως «Η δομή του ονείρου», «Το όριο της ευχαριστήσεως», «Οι άγγελοι των οδοστρωμάτων», «Πριν τους σκεπάσει ο λίσβας», «Θα βρεις στοιχεία» κ.λπ. στοχεύουν στο κέντρο κάθε διηγήματος, είναι με δυο-τρεις λέξεις όλο το διήγημα, η ποιήσή του.

Και τα πιο «ακραία» διηγήματά του μια αγιότητα τα εξανθρωπίζει. Το αριστουργηματικό «Στο χέρι του Θεού» θυμίζει ένα παλαιότερο, τη «Φλέβα του λαιμού», που διαβάζοντάς τα, αν είσαι κινηματογραφιστής, σου γεννάνε την επιθυμία να τα αναπαραστήσεις μεταφέροντάς τα στον κινηματογράφο. Δεν είναι τυχαίο, άλλωστε, πως ο Σωτήρης Δημητρίου είναι ο αγαπημένος συγγραφέας πολλών μικρομηκάδων αλλά και μεγάλου μήκους σκηνοθετών. Οι σκηνοθέτες από θαυμασμό μπαίνουν στο επικίνδυνο παιχνίδι, επιχειρούν δηλαδή να μετατρέψουν σε σινεμά κάτι που δεν μετατρέπεται. Η αγάπη τους όμως για τα κείμενα του Δημητρίου μπορεί να φέρει εξαιρετικά αποτελέσματα -έχει ήδη συμβεί αυτό- συνθέτοντας κάτι που είναι δίπλα στο έργο του, θαυμασμός γι' αυτό και συγκίνηση.

Διαβάστε περισσότερα στο άρθρο του Λ. Παπαστάθη στην Ελευθεροτυπία (02.07.2010).

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου